Αναρτήθηκε από: epalagrias1 | Ιανουαρίου 8, 2008

Δράκεια – Μαγνησίας

Δράκεια – Δήμος Αγριάς – Νομός Μαγνησίας

εκτελέστηκαν…117
ημερομηνία…….18 Δεκεμβρίου 1943

Τα γεγονότα

Η Δράκεια υπήρξε και αυτή ένα από τα πολύπαθα εκείνα χωριά που δοκιμάσθηκαν άσχημα και πλήρωσαν ακριβά σε φόρο αίματος την αντιστασιακή δράση των αντάρτικων ομάδων που δρούσαν στο Πήλιο την περίοδο της κατοχής. Την πλήρωσε με κατακρεούργηση από τις γερμανικές στρατιωτικές μονάδες, 117 αθώων ανδρών της, που είχαν την ατυχία να βρίσκονται στον τόπο αυτόν στις δύσκολες εκείνες μέρες.Η τραγική ιστορία ξεκίνησε την αποφράδα εκείνη μέρα της 17ης Δεκεμβρίου 1943, όταν μία ομάδα ανταρτών της ανεξάρτητης διμοιρίας του Θωμά Καψάλη, σε ενέδρα κάπου κοντά στην Αλικόπετρα, (περιοχή κοντά στο χωριό) σε μία ασήμαντης έκτασης ανταλλαγή πυρών με μία μικρή ομάδα Γερμανών μοτοσικλετιστών, που κατευθυνόταν προς τον Βόλο, σκότωσε δύο Γερμανούς στρατιώτες και τραυμάτισε ένα τρίτο, ο οποίος διέφυγε προς την Πορταριά, όπου έδρευε κάποια γερμανική μονάδα και ανάφερε για το επεισόδιο. Ας δούμε όμως τα γεγονότα με όσο καθαρότερη ματιά γίνεται, όπως αυτά παρουσιάζονται κυρίως μέσα από τις προσωπικές αφηγήσεις των ανθρώπων που τα έζησαν. Ο επιθεωρητής Δημοτικής Εκπαιδεύσεως Χρήστος Βαβύλης, σε σχετική έρευνα που έκανε χρόνια αργότερα γράφει: «Εγώ θυμάμαι ότι στο καφενείο του χωριού μου την παραμονή, στις 16 Δεκεμβρίου 1943, ήταν τρεις αντάρτες του εφεδρικού ΕΛΑΣ και έλεγαν μεταξύ τους να ανέβουν κατά την Αλυκόπετρα να πιάσουν ή να σκοτώσουν Γερμανούς για να τους πάρουν τις… αρβύλες. Έτσι και έκανα. Στις 17 Δεκεμβρίου 1943 αυτοί οι τρεις ανέβηκαν στην περιοχή της Αλυκόπετρας και έστησαν ενέδρα σε Γερμανούς μοτοσικλετιστές που κατέβαιναν από το Πλιασίδι στο Βόλο. Στην ενέδρα αυτή σκοτώθηκε ένας Γερμανός (ακόμα είναι σε αμφισβήτηση αν οι νεκροί Γερμανοί ήταν ένας ή δύο) και τραυματίστηκε ένας άλλος. Οι τρεις αντάρτες αφού πήραν τις «μπότες» του σκοτωμένου έφυγαν από την περιοχή της Αλυκόπετρας για το μοναστήρι της «Παναγίας Μεγαλογέννητης». Ο τραυματισμένος Γερμανός ανέβηκε στη μοτοσικλέτα του και έφτασε στην Πορταριά από όπου ειδοποίησε τους Γερμανούς στο Βόλο για τη συμπλοκή στην Αλυκόπετρα». Και από εδώ και πέρα αρχίζει το δράμα του χωριού της Δράκειας. Οι Γερμανοί το απόγευμα της 17ης Δεκεμβρίου αποφάσισαν να πραγματοποιήσουν το ανοσιούργημά τους. Για να προσπελάσουν το χωριό ακολούθησαν δρόμους και μονοπάτια δύσβατα. Κατέβηκαν από την Αλυκόπετρα και έφτασαν στο χωριό τις απογευματινές ώρες από σημεία αφύλακτα, από εκεί που δεν τους περίμενε κανείς. Οι υπεύθυνοι των οργανώσεων (Ε.Α.Μ., Εφεδρικός Ε.Λ.Α.Σ., Ε.Π.Ο.Ν.) επειδή το απόγευμα είχαν ακουστεί πυροβολισμοί ψηλά στα Χάνια καθησύχασαν τους κατοίκους λέγοντάς τους πως γινόταν κάποιου είδους γυμνάσια των Γερμανών και δεν υπάρχει κίνδυνος. Δεν παρέλειψαν όμως να τοποθετήσουν σκοπούς στις εισόδους του χωριού για κάθε ενδεχόμενο. Οι Γερμανοί από τους δύο τσοπάνηδες που βρέθηκαν στο δρόμο τους οδηγήθηκαν στα μονοπάτια που έμπαιναν στο χωριό. Ο ένας μπόρεσε να το σκάσει και γλίτωσε, ο δεύτερος αναγκαστικά τους ακολούθησε και είχε την τύχη των άλλων συμπατριωτών του. Καθώς μπήκαν στο χωριό από τρία διαφορετικά σημεία έπιαναν όσους άνδρες έβρισκαν στο δρόμο τους και στα σπίτια και τους κατεύθυναν όλους στην κάτω πλατεία του χωριού, όπου τους συγκέντρωναν όλους. Εδώ ας δώσουμε τον λόγο σε έναν αυτόπτη μάρτυρα των γεγονότων, το Γιώργο Θεοδώρου, που ξέφυγε κυριολεκτικά από του χάρου τα δόντια και την αφήγησή του αποθησαύρισε ο Χρήστος Βαβύλης στην έρευνά του. Διηγείται λοιπόν ο Γ. Θεοδώρου: «παραμονή του Αγίου Μοδέστου, 17 Δεκεμβρίου 1943, από το πρωί ακούγαμε εις τη θέση Αλυκόπετρα και τον αμαξιτό δρόμο πολλούς πυροβολισμούς χωρίς να μάθουμε και για ποιον λόγο γίνονταν οι πυροβολισμοί αυτοί. Όσους από του υπευθύνους των οργανώσεων ρωτούσαμε, μας έλεγαν ότι οι Γερμανοί που βρίσκονταν στα Χάνια και το Πλιασίδι, έκαναν γυμνάσια. Η μέρα πέρασε χωρίς να μάθουμε τίποτα περισσότερο. Το κοινοτικό καφενείο στην πλατεία το είχα εγώ με τον αδελφό μου. Επί πλέον είχα και το τσαγκάρικο στο οποίο δούλευα. Κατά τις τέσσερις το απόγευμα ήρθε στο τσαγκάρικο ο τότε πρόεδρος της Κοινότητας Νικόλαος Μιλιόρδος να πάρει τα παπούτσια του. Πριν φύγει από το μαγαζί τον ρώτησα να μου πει τι έμαθε για τους πυροβολισμούς, που συνεχίζονταν ακόμη, μου είπε ότι οι Γερμανοί έκαναν γυμνάσια… και ο πρόεδρος έφυγε. Κατά τις πέντε μου παράγγειλε ο αδελφός μου από το καφενείο να κλείσω το τσαγκάρικο και να πάω στο καφενείο γιατί αυτόν τον είχαν ορίσει σκοπό στον Άθωνα. Έκλεισα το τσαγκάρικο και πήγα στο καφενείο. Ήταν μόνο δύο πελάτες. Είχα κλείσει τα ρολά του καφενείου, ετοιμαζόμουνα να κλειδώσω τις πόρτες και να φύγω για το σπίτι, αφού δεν είχαμε κόσμο και έκανε τσουχτερό κρύο. Δεν πρόλαβα να κλείσω το καφενείο, αν είχα προλάβει λίγο νωρίτερα ίσως δε θα γινόταν το «μακελειό», και μπήκε μέσα ένας Γερμανός με το αυτόματο και με ακινητοποίησε. Την ίδια ώρα, ήταν περίπου μετά τις πέντε το απόγευμα, φέρανε στο δικό μου καφενείο καμιά εξηνταριά άτομα από το άλλο καφενείο, γιατί στην κάτω πλατεία υπήρχανε δύο καφενεία τότε. Μας έβαλαν και καθίσαμε. Στο μεταξύ πήραν τέσσερα τραπέζια και έβαλαν πάνω ένα πολυβόλο στραμμένο πάνω μας. Ένας Γερμανός ρώτησε ποιος είναι ο «κουμάντ». Του είπα εγώ είμαι. Από εκείνη την ώρα έκανα καφέδες και τσάγια… αυτό συνεχίσθηκε μέχρι τα μεσάνυχτα. Εκείνη την ώρα βγάλανε μια παρτίδα για σωματική ανάγκη, τότε βρήκε την ευκαιρία ο Γιώργος Σαραβάνης και τους έφυγε. Την ώρα εκείνη έγινε κακό μεγάλο. Μπήκε μέσα στο καφενείο ένας Γερμανός και μας είπε : «αυτόν που επιχείρησε να φύγει τον σκότωσαν…» εμείς παγώσαμε γιατί ο Γιώργος ήταν αγαπητός σε όλους μας. Οι Γερμανοί έφερναν συνέχεια κόσμο από τα σπίτια, φτάσαμε 126 άτομα. Η αγωνία μας όσο περνούσαν οι ώρες, κορυφώνονταν… εμένα με έβαλαν και κάθισα μπροστά-μπροστά. Δίπλα μου καθόταν ο Χρήστος Μιχόπουλος ο οποίος μιλούσε γερμανικά, του είπα να ρωτήσει γιατί μας μάζεψαν εδώ. Ο Γερμανός του είπε πως οι αντάρτες σκότωσαν δύο Γερμανούς και τραυμάτισαν άλλους τέσσερις. Με άλλους Δρακιώτες δεν είχα επαφή, διότι δεν μπορούσα να κυκλοφορήσω μέσα στο καφενείο μετά το «φευγιό» του Σαραβάνη. Όταν έφεξε φέρανε στο καφενείο και μερικούς άντρες από το Σέσκλο. Αυτοί είχαν έλθει στο χωριό να κάνουν ανταλλαγή σιτάρι με λάδι και για δυστυχία τους πέσανε στην ώρα της εκτελέσεως. Έφεξε για καλά το πρωί, 18 Δεκεμβρίου 1943, ανήμερα του Αγίου Μοδέστου. Οι Γερμανοί έδειξαν μια κινητικότητα και μια νευρικότητα. Στο μεταξύ, πριν από την εκτέλεση ήρθε φαίνεται διαταγή να αφήσουν τα παιδιά που ήταν κάτω από 15 χρονών. Την ώρα που άρχιζε η εκτέλεση, είχε βγει για τα καλά ο ήλιος. Μπήκε μέσα στο καφενείο ένας Γερμανός και για να μας παραπλανήσει μας είπε ότι θα βγάζουν πέντε άνδρες, θα ελέγχουν τις ταυτότητες και αν δεν ευθύνονται θα πάνε σπίτια τους. Μόλις τελείωσε αυτά τα λόγια ήλθε η διαταγή της εκτέλεσης. Η πρώτη «παρτίδα» ήταν οι Σεσκλιώτες. Τους συνόδευαν οι Γερμανοί με αυτόματα. Εμείς περιμέναμε με αγωνία να δούμε αν είναι αλήθεια αυτά που μας είπε πιο μπροστά ο Γερμανός. Σε δέκα λεπτά, από την ώρα που έβγαλαν έξω τους πέντε Σεσκλιώτες, ακούστηκαν οι ριπές των πολυβόλων. Καταλάβαμε πλέον ότι γινόταν η εκτέλεση. Δεύτερη παρτίδα ήταν Δρακειώτες. Η ίδια διαδικασία, οι ίδιοι πυροβολισμοί. Δεν υπήρχε πλέον καμία αμφιβολία, η εκτέλεση γινόταν κανονικά. Τρίτη παρτίδα ήταν η δική μου. Εγώ προφασίστηκα να πάω να πιω νερό. Ήρθε ο Γερμανός που μας συνόδευε με άρπαξε από το πέτο του σακακιού μου και με έβγαλε έξω μαζί με τους άλλους. Εκείνη την ώρα θόλωσε το μυαλό μου. Αυτό ήτανε. Με 6-7 «σάλτους» βρέθηκα στα σκαλιά της πλατείας. Τα πολυβόλα που ήτανε εκεί μου ρίξανε, δεν ξέρω πόσους πυροβολισμούς, χωρίς ευτυχώς να με τραυματίσουν. Όταν πήδηξα τη σκάλα ένας Γερμανός που ήταν εκεί, μόλις άκουσε τον βηματισμό μου ξεκρέμασε το αυτόματο και μου έριξε καμιά δεκαριά σφαίρες και πάλι ευτυχώ δεν με τραυμάτισε. Φεύγοντας στο καλντερίμι μου έριξε πάλι πολλές ριπές που δεν με πέτυχαν. Έφυγα τρέχοντας και έφτασα σ’ έναν μπαξέ, έφυγα όμως από εκεί γιατί φοβόμουν να μην με βρουν οι Γερμανοί και κατέβηκα στο ρέμα. Ως το βράδυ κρυβόμουν στα κτήματα και ξενύχτησα σ’ ένα καλύβι. Το πρωινό της επόμενης μέρας έφτασα σπίτι μου και έμαθα τα θλιβερά γεγονότα». Πριν αρχίσει η εκτέλεση, το πρωί οι Γερμανοί άφησαν τα ανήλικα παιδιά να φύγουν, ήταν έξι. Η διαδικασία της εκτελέσεως των Δρακιωτών, όπως αυτή περιγράφεται από όσους επέζησαν τα τραγικά εκείνα γεγονότα, είναι πραγματικά συγκλονιστική, όταν την μνημονεύει κανείς ακόμη και σήμερα, ύστερα από 60 ολόκληρα χρόνια. Οι μελλοθάνατοι οδηγούνταν σε πεντάδες ή τριάδες στην πεζούλα στο ρέμα, εκεί που τότε βρισκόταν ένα χάνι. Εκεί ήταν το σφαγείο των ανδρών του χωριού. Σήμερα δεν υπάρχει πια. Στη θέση αυτή χτίσθηκε το κενοτάφιο μνημείο με τα ονόματα των 118 εκτελεσθέντων πατριωτών. Τους ανέβαζαν στην πεζούλα που υπήρχε εκεί και με το πρόσωπο προς το ρέμα του εκτελούσαν σχεδόν εξ επαφής από το πίσω μέρος του κεφαλιού του θύματος. Κάθε προσπάθεια διαφυγής ήταν αδύνατη, καθώς παντού υπήρχαν Γερμανοί στρατιώτες πάνοπλοι να ρίξουν σε όποιον επιχειρούσε κάτι τέτοιο. Η σφαγή ολοκληρώθηκε πριν από το μεσημέρι και οι θύτες αποχώρησαν αφήνοντας πίσω τους έναν σωρό από 118 πτώματα που είχε βάψει κόκκινο το νερό του ποταμιού καθώς έρεε προς την εκβολή του όταν αυτό πια «ξεστόμωσε» από το σωρό των πτωμάτων. Η περιγραφή των επόμενων ωρών, καθώς έφταναν στον τόπο της συμφοράς, οι γυναίκες και τα παιδιά του χωριού που έψαχναν για τους δικούς τους, ξεφεύγει ίσως και από την πένα του πιο ικανού δραματογράφου. Λίγοι ήταν εκείνοι που γλίτωσαν από τη σφαγή. Σχεδόν όλος ο γυναικείος και παιδικός κόσμος του χωριού είχε μαζευτεί τη μέρα εκείνη εκεί ψάχνοντας καθένας για κάποιον δικό του. Όλοι λίγο πολύ ήταν συγγενείς, φίλοι, γείτονες και γνωστοί. Οι γυναίκες με κλάματα στα μάτια και κατάρες για τους δολοφόνους-κατακτητές, προσπαθούσαν να σύρουν έξω από τον ανθρώπινο σωρό των σκοτωμένων κάποιο δικό τους. Στο προαύλιο της εκκλησίας του Αγίου Νικολάου υπήρχαν τα ερείπια του παλιού παρθεναγωγείου του χωριού. Εκεί σύρθηκαν όπως- όπως τα πτώματα προκειμένου να ταφούν. Καθώς ο χώρος ήταν στενός 7χ12 μέτρα, τα πτώματα τοποθετούνταν σε τρεις σειρές, τη μία πάνω στην άλλη. Μετά από αυτό το γεγονός το χωριό σχεδόν ερημώθηκε. Πολλοί ήταν εκείνοι που κυριευμένοι από το φόβο, έφυγαν και σκόρπισαν στα γύρω καλύβια, στην Αγριά, τον Βόλο ή και πιο μακριά. Πέρασε αρκετός καιρός μέχρι να αρχίσουν δειλά-δειλά να ξαναγυρίζουν στις εστίες τους όσοι επέζησαν. Οι χήρες, καθώς τα κτήματα χρειάζονταν επιτακτικά καλλιέργεια και φροντίδα, έπρεπε να ξαναπαντρευτούν, οι ντόπιοι όμως άντρες ήταν θαμμένοι στο προαύλιο του Άγιου Νικόλαου. Τότε αναγκαστικά ήλθαν και παντρεύτηκαν στη Δράκεια άνδρες από τα γύρω χωριά και το χωριό ξανάρχισε να αποκτά μια νέα ζωή.
Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Kατηγορίες

Αρέσει σε %d bloggers: