Αναρτήθηκε από: epalagrias1 | Ιανουαρίου 5, 2008

Τσαρίτσανη – Λάρισσας

Τσαρίτσανη – Δήμος Ελασσόνας – Νομός Λάρισσας

εκτελέσεις και πυρπόληση 360 από τα 660 σπίτια του χωριού
ημερομηνία……..12 Μαρτίου 1943

Τα γεγονότα

ΤΣΑΡΙΤΣΑΝΗ. Μεταβλήθηκε κατ’επανάληψη σε ολοκαύτωμα. Γνώριζε ένα συνεχή κι ανελέητο διωγμό. Ατίθαση κι ανυπότακτη, υπερήφανη κι αδάμαστη. Οι Ιταλοί πριν και μετά την καταστροφή της, έλεγαν συχνά: «Η Τσαριτσάνη έχει δική της δημοκρατία».

Και δεν απομακρυνόταν από την πραγματικότητα, πάντοτε τους διέκρινε πολύς αυθορμητισμός με άμεση εκδήλωση των προθέσεων του, άκαμπτη και σταθερή σε εκείνο που πιστεύει.

ΑΙΤΙΑ ΤΟΥ ΟΛΟΚΑΥΤΩΜΑΤΟΣ

Tρεις πράκτορες, ο Βλαχολεγενωάριος Θάνος Ζαλέτσικος, ο Πατρινός Ελληνοϊταλός Αρμάνδος Νατάλια κι ο Ιταλός από το Κόμο Τουζέππε Φάρρα. έφθασαν στις 10 Φεβρουαρίου του 1943, δήθεν σαν καταδιωκόμενοι που ζητούσαν καταφύγιο.

Νύχτα ζήτησαν κατάλυμα στην Εκκλησία και ύστερα στα σπίτια προσποιούμενοι πως φοβούνται. Οι «Επαναστάτες» όμως των γύρω βουνών είχανε κιόλας ειδοποιηθεί. Η κλέφτικη φυγή των πρακτόρων δε διέφυγε από τα ματιά των άγρυπνων της ελευθερίας που τους ακολούθησαν μέχρι την Λάρισα. Έτσι ο προδότης Ζαλέτσικος πιάστηκε από τους πατριώτες και εξαφανίστηκε. Τότε οι δύο Ιταλοί κατάσκοποι διαπίστωσαν , ότι αντάρτες τους παρακολουθούσαν, και σίγουρα αυτοί σκότωσαν το φίλο τους. Με αφορμή το χαμό του Ζαλέτσικου θα γίνει το δεύτερο ολοκαύτωμα μετά το Δομένικο.

ΤΟ ΟΛΟΚΑΥΤΩΜΑ

Στις 12 Μαρτίου 1943 έκαναν την πρώτη τους εξόρμηση. Ένα δυνατό σφύριγμα ακούστηκε από το παρατηρητήριο. Η σφυρίχτρα ήταν το σύνθημα της οργανωμένης Αντίστασης. Άντρες και αγόρια από 15 χρονών και πάνω έτρεξαν να εγκαταλείψουν την Κωμόπολη ζητώντας καταφύγιο στα γύρω βουνά. Ενώ η ισχυρή ίλη του Ιταλικού ιππικού, που εμφανίστηκε χωρίστηκε σε μικρές ομάδες και κατευθύνθηκε σε διάφορα σημεία της Κωμόπολης. Ο πληθυσμός από ένστικτο και μόνο άρχισε να φεύγει.

Το Ιταλικό ιππικό, που είχε πλησιάσει πολύ κοντά, άρχισε να πυροβολεί εναντίον τους. Με το απαίσιο αυτό τρόπο εκτέλεσαν τέσσερα παλικάρια. Ισχυρές περίπολοι από τη δύναμη αυτή, μπήκαν στα ενδότερα σημεία κι έπιασαν όλα τα περάσματα. Κανείς δεν μπορούσε να ξεφύγει. Την ίδια στιγμή ο επί κεφαλής, διέταξε τους άντρες του να βάλουν φωτιά.

Οι μαρτυρικοί κάτοικοι προσπαθούν με κάθε μέσο. Άλλοι δραπετεύουν από το μπλόκο άλλοι κρύβονται και άλλοι στέκουν, περιμένοντας το μοιραίο. Μόλις σταμάτησε με τους άντρες του στην κεντρική πλατεία διέταξε να χτυπήσουν οι καμπάνες, για να συγκεντρωθεί ο κόσμος. Ο ταγματάρχης κάλεσε τον αντιπρόεδρο της κοινότητας και εκεί έδωσε την εξής κατηγορηματική διαβεβαίωση:

-Πέστε στον πληθυσμό να συγκεντρωθεί στη πλατεία, γιατί θέλω να μιλήσω.

Οι Ιταλοί τους καλοδέχονται σχεδόν. Τίποτε δεν πρόδιδε σχέδια τους. Έτσι μέσα σε λίγη ώρα, είχαν συγκεντρωθεί αρκετοί, περιμένοντας την έναρξη της ομιλίας.

Τη στιγμή όμως εκείνη παρουσιάσθηκε ένας Ιταλός που έσερνε από τα μαλλιά ένα παλικάρι της Τσαριτσάνης.

-Προσπαθούσε να διαφύγει από τη χαράδρα, απάντησε ο στρατιώτης.

-Γιατί πήγες να το σκάσεις;

-Φοβήθηκα. Δεν το ξανακάνω. Ο φοβερός ταγματάρχης έδωσε στο στρατιώτη να καταλάβει, πως όλα αυτά ήταν σκηνοθεσία. Έβγαλε το περίστροφο του και πυροβόλησε από πίσω τρεις απανωτές φορές. Ο Γιάννης έπαψε να κινείται. Τότε τον πήραν και τον πετάξαν στο ποτάμι. Αυτός υπήρξε ασύνορος τάφος του πρώτου νεκρού της Τσαριτσάνης. Έτσι χώρισαν τους άντρες από τα γυναικόπαιδα. Τα πυροβόλα στήθηκαν μπροστά στους κρατούμενους άντρες και οι στρατιώτες πήραν θέση βολής. Το μέγεθος της φασιστικής ατιμίας, ξεπερνούσε όλα τα προηγούμενα καμώματα τους . Στο διάστημα αυτό στην πλατεία της φλεγόμενης Τσαριτσάνης εξελίσσεται η αλλόκοτη σκηνή της σφαγής του αντρικού πληθυσμού. Ένας λοχίας παίρνει από το πλήθος το γέρο εφημέριο Παπαναστάση, και του ζητάει να μαρτυρήσει . Μα ο ήρωας παπάς αρνείται να γίνει προδότης του λαού. Τον χαστουκίζουν, τον σέρνουν προς το θάνατο…

Ο Βάλλι κατηγόρησε τον πληθυσμό ότι ενίσχυε και υπέθαλπε τους αντάρτες κι ότι όλοι είχαν ενεργό συμμετοχή στο αντάρτικο κίνημα. Επομένως όλοι οι άντρες πρέπει να εκτελεστούν! Ούτε οι δύο ιερείς της κωμόπολης, γέροι, κληρικοί, ούτε φυσικά και οι δύο ανάπηροι του αλβανικού πολέμου – Βίκτος και Ζούλας – δέχθηκε να εξαιρεθούν. Ήταν μεταξύ αυτών και καθηγητές Γυμνασίου. Οι περισσότεροι ξένοι, μολονότι η κατάσταση παρουσίαζε από πριν οξύτητα και κινδύνους, δεν είχαν εγκαταλείψει τη θέση τους, κι έμειναν εκεί με ζηλευτή προσήλωση στο καθήκον, όπως και οι άλλοι δημόσιοι υπάλληλοι. Το ανέφεραν αυτό και ζήτησαν να εξαιρεθούν. Τότε αυτός απάντησε: «Όλοι οι καθηγητές είναι κομμουνιστές!» στο τέλος ύστερα από μικρή σύσκεψη με τους αξιωματικούς και σπιούνους του, δέχτηκε να μην εκτελεστούν.

Αμέσως τα γυναικόπαιδα βλέποντας για τελευταία φορά τους προδομένους μελλοθάνατους προχωρούν προς το δρόμο. Όταν πια αλλόφρονα έφταναν προς τα τελευταία σπίτια, οι φλόγες έζωναν την Κωμόπολη από τις τέσσερις πλευρές.

Περνούν μερικά αγωνιώδη δευτερόλεπτα και ενώ το πλήθος είχε φθάσει κοντά στο Α’ Δημοτικό Σχολείο ακούει το κροτάλισμα των πυροβόλων. Τα σώματα των Τσαριτσανιωτών σωριάζονται χάμω και η γύρω πόλη λαμπαδιάζει στις φλόγες. Το πορευμένο πλήθος κλαίει και θρηνεί. Αδιάφοροι οι φασίστες συνεχίζουν το έργο τους, σκοτώνουν εν ψυχρώ και δολοφονούν άοπλους! Και την τελευταία χαριστική βολή στα ηρωικά κορμιά την δίνουν οι λεγεωνάριοι του εθνοπροδότη Διαμάντη.

Ένας όμως Τσαριτσανιώτης που η μοίρα του ήθελε να ζήσει τυλιγμένος μέσα στα νεκρά πτώματα, παρέμεινε ακίνητος, μέχρις ότου φύγουν οι δολοφόνοι, για να σηκωθεί και να φύγει γλιτώνοντας έτσι από του χάρου τα δόντια. Αυτός ήταν ο Ιωάννης Ζαρζώνης.

Από τα 660 σπίτια κάηκαν τα 360, αφού προηγουμένως οργίασε η λεηλασία. Οι πλιατσικολόγοι φασίστες δεν άφησαν κρυψώνες, λαγούμια, καταφύγια και υπόγεια, που να μην τα βρήκαν και να μην τα άνοιξαν. Ότι βρίσκονταν κρυμμένο από τους κατοίκους, ρούχα, προίκες και τρόφιμα τα φόρτωσαν και τα πήραν. Μαζί τους πήραν και ομήρους για τη Γερμανία.

Θα νόμιζε κανείς πως εδώ τελείωσαν τα δεινά της τραγικής Κωμόπολης. Από τη μέρα εκείνη άρχισε το τραγικό της μαρτύριο. Κηρύχθηκε από τους Ιταλούς «εκτός νόμου». Μετέβησαν εκεί κατ’ επανάληψη και άρπαζαν όλα τα εναπομείναντα. Για πολλούς μήνες γινόταν αυτά. Είχε δε δοθεί σ’ αυτούς το δικαίωμα να εκτελούν οποιοδήποτε και οπουδήποτε ήθελαν. Κανένας περιορισμός.
Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Kατηγορίες

Αρέσει σε %d bloggers: